Η διαμεσολάβηση (“Μediation”) είναι ένας τρόπος εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών. Προωθεί το διάλογο, βρίσκει λύσεις στα συμμετέχοντα μέρη και είναι μία διαφορετική στάση ζωής.

Τι είναι η διαμεσολάβηση;

Ως διαμεσολάβηση νοείται η διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασίας , στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη επιχειρούν εκουσίως με καλόπιστη συμπεριφορά και συναλλακτική ευθύτητα να επιλύσουν με συμφωνία μία διαφορά τους με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή (άρθρο 178 ν.4512/2018).

Η διαμεσολάβηση, σε αντίθεση με τη δίκη, δεν έχει στόχο να αποδώσει ευθύνες, ούτε να κρίνει ποιο είναι το σωστό και το δίκαιο. Αντίθετα, σκοπός της είναι να δώσει την ευκαιρία στα μέρη να βρουν διέξοδο, να εκφραστούν συναισθηματικά, να προσδιορίσουν μόνοι τους τις ανάγκες και τα συμφέροντα τους και να συνεργαστούν, ώστε να φτάσουν σε μία κοινά αποδεκτή λύση.

Oι αμοιβαία αποδεκτές εξωδικαστικές συμφωνίες είναι πιθανόν να επιτευχθούν είτε μέσα σε λίγες ώρες, είτε μέσα σε λίγες ημέρες ακόμα και σε πολύπλοκες περιπτώσεις. Δεν αποτελεί, λοιπόν, έναν απλό μηχανισμό εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, αλλά ένα ανώτερο επίπεδο πολιτισμού.

Ο διαμεσολαβητής και οι βασικές αρχές της διαμεσολάβησης

Ο διαμεσολαβητής πρέπει να είναι νόμιμα διαπιστευμένος στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαικής Ένωσης, ειδικά εκπαιδευμένος και καταρτισμένος (άρθρο 179 ν. 4152/2018).

 Δεν λαμβάνει ο ίδιος καμία απόφαση, δεν είναι δικαστής, δεν είναι διαιτητής. Είναι συντονιστής ενός εποικοδομητικού διαλόγου, που δημιουργεί γέφυρες επικοινωνίας ανάμεσα στα μέρη και διευκρινίζει ζητήματα και καταστάσεις, βοηθώντας τα  να ανακαλύπτουν τα συμφέροντά τους και να διερευνούν λύσεις με ρεαλιστικά κριτήρια.

Οι βασικές αρχές της διαμεσολάβησης είναι:

  • η ιδιωτική αυτονομία, δηλαδή η αναγνώριση από τα μέρη ότι μπορούν ελεύθερα να διαμορφώνουν το περιεχόμενο, τη διαδικασία και το αποτέλεσμα,
  • ο εκούσιος χαρακτήρας της διαδικασίας, δηλαδή η εθελοντική συμμετοχή των μερών,
  • η ταχύτητα, η ευελιξία και η αμεσότητα της διαδικασίας
  • η εμπιστευτικότητα της διαδικασίας
  • η ουδετερότητα και η αμεροληψία του διαμεσολαβητή, η εξασφάλιση δηλαδή της τήρησης ίσων αποστάσεων από τα μέρη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

Με άλλα λόγια, η διαμεσολάβηση είναι μια διαδικασία στην οποία ένα τρίτο ουδέτερο μέρος βοηθάει δύο ή περισσότερα μέρη να φτάσουν εθελοντικά σε μια συμβιβαστική επίλυση των διαφορών τους (αστικών και εμπορικών διαφορών ιδιωτικού δικαίου με τη συμφωνία των μερών, υπό τον όρο πως τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς).

Σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, η διαμεσολάβηση ολοκληρώνεται με την υπογραφή του πρακτικού της διαμεσολάβησης από τα μέρη, το οποίο είναι δεσμευτικό για αυτά, το οποίο και μπορεί να κατατεθεί στο αρμόδιο δικαστήριο και να εκτελεστεί αναγκαστικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας